διαταξίαρχος

διαταξίαρχος, ,
A assigner of offices, official of guild of βουκόλοι, IGRom.4.386 (Pergam.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαταξίαρχος — διαταξίαρχος, ο (Α) επικεφαλής ομάδας βουκόλων, που ρυθμίζει τις υπηρεσίες τού καθενός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.